Στη χαρά του πανηγυριού από την αρχαιότητα!

Δεμένο με τα πανηγύρια το ελληνικό καλοκαίρι στη στεριανή και στη νησιωτική Ελλάδα. Πανάρχαιος θεσμός με τόσα πρόσωπα όσα και η ελληνική γη. Κουβαλά μνήμες αιώνων και ορίζει το συλλογικό βίωμα των κοινοτήτων. Το πανηγύρι είναι αντάμωμα, μάζωξη, το «μαζί» που δίνει αφορμή για γλέντι και χορό μέχρι τελικής πτώσης γιατί μάθαμε να τραγουδάμε και να χορεύουμε ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Πανηγύρια με αφορμή τη γιορτή του αγίου αλλά και πανηγύρια για ένα τοπικό προϊόν όπως κρασί, σκόρδο, πατάτα, σαρδέλα ή μελιτζάνα! Είναι τόσα τα γεννήματα της ελληνικής γης.
Από το αρχαίο «πανήγυρις» (πας + αγορά), δηλαδή τη συγκέντρωση όλου του λαού γεννήθηκε το πανηγύρι. Από την αρχαιότητα είχε εμπορική αλλά και θρησκευτική σημασία. «Η τε πανήγυρις εμπορικόν τι πράγμα εστί» γράφει ο Στράβων για την πανήγυρη της Δήλου.
Στο Βυζάντιο το πανηγύρι προστατευόταν από το Δίκαιο γιατί ενίσχυε το εσωτερικό εμπόριο. Σε όλα τα εμπορικά κέντρα του Βυζαντίου (Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Τραπεζούντα, Σμύρνη και Θεσσαλονίκη), υπήρχαν εμποροπανηγύρεις όπου συνέρρεαν οι περιπλανώμενοι έμποροι.
Εμποροπανηγύρεις και ζωοπανηγύρεις βοηθούσαν τις κοινωνίες να είναι αυτάρκεις γιατί τον χειμώνα απομονώνονταν από τον υπόλοιπο κόσμο. Έπρεπε λοιπόν να επισκευάσουν τα εργαλεία τους , να αγοράσουν υφάσματα και δέρμα για ρούχα και παπούτσια αλλά και μπαχαρικά και ζώα από πλανόδιους εμπόρους· αγόραζαν αλλά και πουλούσαν γεννήματα και προϊόντα.
Στην αρχή η Εκκλησία δεν είδε με καλό μάτι τα πανηγύρια· τα κατηγόρησε για φιλοχρηματία και γλεντοκόπι. Τελικά, τα ενέταξε στους κόλπους της καθώς συνήθως είχαν αφορμή τη γιορτή κάποιου αγίου ενώ παράλληλα ενίσχυαν τους οικονομικούς και θρησκευτικούς δεσμούς των κοινωνιών.

Στα πανηγύρια Αϊ Δημήτρη και Αϊ Γιώργη προμηθεύονταν τα αναγκαία ενώ το καλοκαίρι, γιόρταζαν τις νέες σοδειές. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας τα περισσότερα πανηγύρια σε Πελοπόννησο, Ήπειρο και Θεσσαλία γίνονταν Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Ήταν ο μοναδικός τρόπος διασκέδασης μαζί με γάμους και βαφτίσια. Στο πανηγύρι γνώριζες και νέο κόσμο από τα γειτονικά χωριά γι’ αυτό ήταν και νυφοπάζαρα· πάνω στο γλέντι και στον χορό γίνονταν οι γνωριμίες και αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν ακολουθούσαν τα προξενιά. Σε μία εποχή που τα ήθη και τα έθιμα ήταν αυστηρά, στον κυκλικό χορό τα αυστηρά ήθη χαλάρωναν και το αγόρι επιτέλους μπορούσε να κοιτάξει το κορίτσι στα μάτια, να πιάσει το χέρι της, ίσως και να κουβεντιάσουν όσο κρατούσε ο χορός. Μετά έπιαναν δουλειά προξενητάδες και συγγενείς και συνήθως μετά τα πανηγύρια ακολουθούσαν αρραβώνες και γάμοι.
Ο κυκλικός χορός σύμβολο ισότητας και ενότητας της κοινότητας, όπως και το ότι όλοι μοιράζονται το ίδιο τραπέζι και το ίδιο κρασί, γλεντούν και χαίρονται την ίδια μουσική. Η μουσική και τα όργανα δίνουν και το στίγμα κάθε τόπου. Στην Ήπειρο το κλαρίνο, στα νησιά το βιολί και το λαούτο, στη Θράκη οι γκάιντες και τα χάλκινα. Η μουσική των πανηγυριών μεταδίδει τη μνήμη από γενιά σε γενιά μέσα από τον ήχο.

Τα πανηγύρια αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ζωγράφους όπως οι Πολύκλειτος Ρέγκος, Άγγελος Κουγιουμτζής, Μιλτιάδης Σελίμης, Θεολογία Γιανναρρέλη κ.α
Με την μετανάστευση – στο εξωτερικό αλλά και στα αστικά κέντρα- το πανηγύρι είναι το σήμαντρο που καλεί τους ξενιτεμένους να επιστρέψουν και να ενωθούν όπως παλιά με την κοινότητα, έστω και για λίγες ώρες. Μαζί με τους ξενιτεμένους και τα παιδιά τους που θα γευθούν την μεταλαβιά της πατρίδας και θα σφυρηλατήσουν την πολυπόθητη ταυτότητα που τόσο αποδιώχνουν οι γκρίζες πόλεις της ρουτίνας και της ομοιομορφίας. Γιατί στο πανηγύρι νιώθεις τη χαρά να ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου.
«…Να μας έχει ο Θεός γερούς πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους, σαν ποταμούς…»