Εισαγωγή: Βάλια Τσάιτα - Τσιλιμένη
Επιμέλεια: Όλγα Εμμανουήλ
Ἂν κάποτε στὰ χέρια σας οἱ στίχοι μου
πέσουν –στὰ ἰδανικά, λευκά σας χέρια–
ὤ, βέβαια, μιὰ ἀκρισία θάναι ἀσυγχώρητη
νἀφίσετε ἕνα δάκρι να κυλήσει…
Μὲ μιὰ χειρονομία, σὰν ἕνα κόσμημα,
ποὺ πιὰ ὁ συρμὸς ἀνέκκλητα ἐξορίζει,
σὲ μιὰ ἄκρη τὸ βιβλίο μου θὰ πετάξετε
καὶ χρόνια, ἐκεῖ, στὴ σκόνη, θὰ σωπαίνει.
Τὰ δυὸ θάχουν κοπεῖ μονάχα φύλλα του –
ἐκεῖ ἀκριβῶς τὸ γέλιο σας ποὺ ἐκόπη.
Ἕνας νεκρὸς θὰ κοίτομαι ἀμνημόνευτος
ποὺ μόνο τὄνομά του εἶναι γνωστό σας…
Από το ποίημα «Προς φίλην δεσποινίδα»,
Ο Παράφωνος Αυλός, 1929
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ είναι πολλά χρόνια αμνημόνευτος,
αλλά όχι ξεχασμένος. Η έκδοση αυτή φιλοδοξεί να δώσει
μία ανανεωμένη οπτική στην ποίησή του, που
αναδύθηκε πριν από έναν αιώνα. Εκτός από τις τέσσερις
συλλογές του, περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματά του και
πολύτιμα στοιχεία που αναδεικνύουν το υπόβαθρο της
έμπνευσής του, αποκαλύπτουν την ιδιοσυγκρασία του
και εμπλουτίζουν την εμπειρία της ανάγνωσης. Έφτασε
και πάλι η ώρα η ποίησή του να βγει από τη σκόνη, να
λύσει τη σιωπή της και να μιλήσει!
- Διάσταση: 17 x 24 εκ
- Σελίδες: 256
- BARCODE: 9789605637200
- ISBN: 978-960-563-720-0
- Ημερ. κυκλοφορίας: 14-11-2025
“Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει”
(της Βαρβάρας Ρούσσου)
της Βαρβάρας Ρούσσου
Κάθε φορά που εκδίδονται τα άπαντα μιας/ενός παλαιότερης/ου ποιήτριας/ποιητή όχι μόνο προστίθεται μια ελλείπουσα ψηφίδα στη μεγάλη εικόνα της λογοτεχνίας γενικά και ειδικότερα σε μια συγκεκριμένη εποχή αλλά και δημιουργούνται οι όροι μιας επαναθεώρησης. Αυτή δεν αφορά μόνο την παραγωγή και την πρόσληψη της/του συγκεκριμένου δημιουργού αλλά και ολόκληρου του χρονικού ανύσματος εντός του οποίου εντάσσεται η/ο δημιουργός υπό νέα οπτική και νεότερα εργαλεία.
Τα ποιήματα του Καίσαρα Εμμανουήλ που περιλαμβάνονται σε αυτό τον τόμο παρέχουν αυτήν ακριβώς την ευκαιρία της επαφής με ένα έργο πλέον δυσεύρετο αλλά και ιδιαίτερο. Το βιβλίο αποτελείται από την εισαγωγή της Βάλιας Τσάιτα-Τσιλιμένη που κατατάσσει γενεαλογικά τον ποιητή ανασυνθέτοντας εύστοχα το κλίμα και ιδίως παρουσιάζοντας την ποιητική του Εμμανουήλ αλλά και το μεταφραστικό του έργο.
Το δεύτερο, κυρίως μέρος του βιβλίου, το απαρτίζουν οι τέσσερις συλλογές του Εμμανουήλ: Ο παράφωνος αυλός (1929), Δώδεκα σκυθρωπές μάσκες (1931), Η δυναστεία των χιμαιρών (1940) και Stillae Sanguinis (1951). Το corpus αυτό συμπληρώνουν ανέκδοτα ποιήματα από όλη την περίοδο δημιουργίας του Εμμανουήλ ο οποίος όπως φαίνεται υπήρξε ολιγογράφος.
Τα στοιχεία βιογραφίας, το χρονολόγιο αλλά το πολύτιμο φωτογραφικό αφιέρωμα που ακολουθούν τα ποιήματα, συμπληρώνουν την εισαγωγή, παρέχοντας μια συνολική εικόνα για τον ποιητή, συνοδευτική για την κατανόηση στοιχείων της ποίησής του. Η ανιψιά του Όλγα Εμμανουήλ συνέβαλε καίρια στην έκδοση με τα στοιχεία που κόμισε έτσι ώστε το βιβλίο να ανασυνθέτει ουσιαστικά την εικόνα και το έργο του Καίσαρα Εμμανουήλ.
Ο ποιητής εντάσσεται στη μέχρι πρόσφατα αδίκως παραμελημένη γενιά των μεσοπολεμικών ποιητριών/τών που έλαβαν συνολικά διάφορες, υπό συζήτηση ωστόσο, ονομασίες (νεοσυμβολιστές, μετασυμβολιστές ή νεορομαντικοί). Συμπιέστηκαν ανάμεσα στην σχεδόν καθολική επιρροή του Παλαμά και των επιγόνων του και τη νεωτερική ορμή της γενιάς του ’30, η οποία αντιτάχθηκε στην καρυωτακική ατμόσφαιρα αναζητώντας μια νέα ποιητική «υγεία». Έτσι, περιορίστηκε η συμβολή τους και θεωρήθηκαν για χρόνια μια «άρρωστη», αντικοινωνική και μελαγχολική γενιά, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις προσωπικές της αντιφάσεις και στο βάρος των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών.
Οι νεότερες, ωστόσο, φιλολογικές μελέτες, που πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια, μετέβαλαν ουσιωδώς το ερμηνευτικό πλαίσιο: αποκατέστησαν το περιεχόμενο της «παρακμής» (décadence) όχι ως παθολογικό σύμπτωμα, αλλά ως λογοτεχνική αισθητική τάση με συγκεκριμένα γνωρίσματα. Παράλληλα, η υποχώρηση του άκαμπτου διπόλου μείζων/ελάσσων ποιητής, καθηλωτική παλαιότερα για τις φιλολογικές εργασίες, επέτρεψε την επανεξέταση ποιητικών φωνών του μεσοπολέμου που είχαν λησμονηθεί ή περιθωριοποιηθεί και αορατοποιηθεί εν μέρει από την επικέντρωση σε μείζονες εν μέρει και από την κυρίαρχη γενιά του ’30.
Η νέα εικόνα που έχει προκύψει αναδεικνύει για την μεσοπολεμική ποίηση όχι κοινωνική αποκοπή, αλλά από χιουμοριστική έως και ειρωνική κοινωνική κριτική, αντίδραση στις εθνοκεντρικές μεγαλοστομίες, στροφή στο καθημερινό, πεζό και αντιηρωικό, διαχείριση της ήττας χωρίς παλαμικό στόμφο, μετατόπιση από τον Παλαμά προς τον Καβάφη, γλωσσική και εν μέρει μορφολογική απελευθέρωση, καθώς και αντίσταση στον εθνοκεντρικό ποιητικό κανόνα. Ο έρωτας, η απομόνωση και η διάχυση του ατόμου αντιμέτωπου στην καθημερινότητα με σειρά ατομικών και συλλογικών ματαιώσεων που εκβάλλουν σε τάσεις φυγής, είναι οι κοινές θεματικές τους. Πλέον, η δυναμική του έργου των ποιητριών/των αυτής της περιόδου επανεκτιμάται όπως και η σημασία και η επιδραστικότητά του σε μεταγενέστερους (βλ. σύγχρονους) δημιουργούς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι λεγόμενοι «ελάσσονες» επανέρχονται ως κρίσιμοι δείκτες των σχέσεων εξουσίας, των δυνάμεων και των τάσεων του ποιητικού πεδίου.
Σε αυτό το, λίγο-πολύ, γνωστό πλαίσιο η Τσάιτα-Τσιλιμένη που έχει ήδη μελετήσει διεξοδικά τους ποιητές του ‘20, στην (ανέκδοτη και ακόμη αμετάφραστη) διδακτορική της διατριβή με τίτλο Από την κρίση στην κριτική. Οι Έλληνες ποιητές των ετών 1920 (De la crise à la critique. Les poètes grecs des années 1920). Η διατριβή σε γενικές γραμμές οργανώνεται στο σχήμα πλαίσιο εξουσίας και ρήξη των ποιητών με αυτό, υπό την έννοια της κρίσης νοήματος και το πώς το άτομο-ποιητής μεταβαίνει από την κρίση στην κριτική. Έτσι θεμελιώνεται το ενδιαφέρον της για τον Καίσαρα Εμμανουήλ και ο ποιητής εξετάζεται ως μια από τις μορφές του οποίου η ιδιοφωνία ακριβώς ανέδειξε τη σύγκρουση αλλά και την φυγόκεντρη τάση ποιητών της περιόδου προς μια ιδιαίτερη ποιητική, δημιουργώντας μια πολυδύναμη γενιά.
Η Τσάιτα-Τσιλιμένη μάλιστα χρησιμοποιεί σε εισαγωγικά τον όρο «γενιά» μιλώντας για ομάδα και για φουρνιές, γεγονός που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση πρωτίστως για τους ποιητές της περιόδου αλλά και γενικότερα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις γενεαλογήσεις, κατατάξεις, διαιρέσεις. Εξάλλου, δεν ακολούθησαν όλοι οι εκπρόσωποι της μεσοπολεμικής ποίησης μια λογοτεχνική τάση παρά την κοινή και εκφρασμένη ρητά καινοτόμα διάθεσή τους.
Ο Καίσαρ Εμμανουήλ εκκινεί και επηρεάζεται, όπως και η πλειονότητα των σύγχρονών του, από τον αισθητισμό και άλλα ευρωπαϊκά ρεύματα και ποιητές για να φτάσει τελικά στην καθαρή ποίηση με βασική θέση το ότι η ποίηση συνιστά το κορυφαίο ψυχικό γεγονός. Από τις εμπειρίες της αστικής καθημερινής ζωής, τα βιώματα που αποτελούν το βασικό συστατικό του ποιητικού (του) λόγου, με έντονα κοσμοπολιτικά στοιχεία έως την έκφραση του εσώτερου ψυχισμού, με τάσεις προς το φανταστικό, ονειρικό έως και μυστικιστικό, ο Εμμανουήλ καλλιεργεί ένα ιδιαίτερο ποιητικό τόνο βασισμένο στη γοητεία του αγνώστου. Αναγνωρίζονται στο έργο του το κλίμα, οι διαθέσεις και οι θεματικές που χαρακτηρίζουν και άλλους ομοτέχνους του αλλά αυτός δίνει έμφαση στο κοσμοπολίτικο βίωμα με αναφορές στη τζαζ, τα μουσικά κλαμπ τη σύγχρονη αστική ζωή αλλά και τους έρωτες για τις άπιαστες και μυστηριώδεις αιθέριες γυναικείες υπάρξεις. Σε ποιήματά του χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό ταυτίζοντας την προσωπική του αίσθηση για την εποχή με τη συλλογική. Το έργο του ποιητή δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται στο όριο ανάμεσα σε παλαιότερες μορφές ποιητικής ευαισθησίας και σε νεωτερικές διαδικασίες αποσταθεροποίησης του νοήματος.
Η πρώτη του συλλογή εκδίδεται την περίοδο των πρώτων χρήσεων ελεύθερου στίχου στην Ελλάδα ενώ ήδη οι σχετικοί πειραματισμοί με τη χαλάρωση των μέτρων έχουν ξεκινήσει. Οι επόμενες συλλογές του εκδίδονται ενώ η καθιέρωση της ελευθερόστιχης ποίησης είναι σχεδόν καθολικό φαινόμενο, ιδίως η τελευταία το 1951. Ο Εμμανουήλ ήδη στα πρώτα ποιήματα απορρίπτει τη ρίμα και παρουσιάζει μετρικές αποκλίσεις ενώ διατηρεί οπτικά την κανονική στροφική διαίρεση. Αργότερα προχωρεί και σε άλλες απομακρύνεις από την αυστηρά έμμετρη ποίηση χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει τη ρυθμικότητα ούτε να προχωρήσει στον ελεύθερο στίχο. Εντούτοις, από τα ανέκδοτα ποιήματά του διακρίνονται μορφικά ορισμένα πρώιμα (1921-22) πεζόμορφα με στίχους-παραγράφους. Από τα πρώτα του νεανικά ποιήματα έως και τα ύστερα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, επισημαίνεται η συστηματική γλωσσική επεξεργασία, η επίμονη αναζήτηση της λέξης που μεταπλάθει την άμεση εμπειρία σε υπερβατικό συμβάν. Η αναζήτηση δε μένει στο καθημερινό λεξιλόγιο αλλά αντλεί από όλο το γλωσσικό ιστορικό φάσμα της γλώσσας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παράθεση αποσπάσματος από τον πρόλογο της τρίτης συλλογής του Καίσαρα Εμμανουήλ Η Δυναστεία των Χιμαιρών γιατί μετατοπίζει την ανάγνωσή του από την απλή ταξινόμησή του στο μεσοπολεμικό κλίμα προς μια σύνθετη ερμηνεία της προβληματικής του για την ποιητική επικοινωνία. Πρόκειται για ένα σχεδόν προγραμματικό κείμενο όπου αναζητά τη σημασία του ατομικού έναντι του συλλογικού κατά την πρόσληψη της ποίησης, τοποθετώντας το ζήτημα στη μορφή του «μέσου αναγνώστη», με τρόπο αρκετά επαναστατικό (όπως εξάλλου τα βιογραφικά του επιβεβαιώνουν για την ίδια τη ζωή του και τη στάση του). Απορριπτικός απέναντι στο κοινό που αδυνατεί να κατανοήσει την ποίηση αναδεικνύει ως ουσιαστικό αναγνώστη του δικού του έργου μόνο τον εαυτό του και λίγους άλλους -κριτικούς και ομότεχνους. Παράγει λοιπόν περισσότερο ερωτήματα παρά καταλήγει σε απαντήσεις ανακηρύσσοντας την ποίηση τέχνη για λίγους και επιμένοντας στην απόσυρση του ποιητή μακριά από την αναζήτηση αναγνωστών, την ίδια στιγμή που αυτός προλογίζει ένα βιβλίο που διαθέτει το έργο του προς ανάγνωση. Αντί ελιτίστικης απορριπτικής πρόθεσης ο Εμμανουήλ επιστρέφει με τρόπο υποδόριο το ερώτημα για τη σημασία της ατομικής γνώμης των λίγων και πώς αυτοί μπορεί να εγκρίνονται από τον ποιητή. Έχω τη γνώμη ότι το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο καθώς υπονοεί θέματα κριτικής αντιμετώπισης, αναγνωσιμότητας της ποίησης αλλά και αισθητικών προταγμάτων τα οποία υπαινίσσεται στο εισαγωγικό αυτό σημείωμά του ο Καίσαρ Εμμανουήλ. Ίσως εδώ, όπως εξάλλου γενικότερα επισημαίνει η Τσάϊτα-Τσιλιμένη για μια σύγχρονη πρόσληψη του ποιητή, να υπάρχει ένα βασικό σημείο συνάντησης του Καίσαρα Εμμανουήλ με το σήμερα: η ανισορροπία ανάμεσα στο άτομο ως μονάδα που συλλειτουργεί στο συλλογικό και την ίδια την έννοια του συλλογικού, αδύναμη να πραγματώσει ό,τι ορίζει το όνομά της. Παράλληλα, σύγχρονο αναδεικνύεται και το ζήτημα του ατομικού ως «εγώ» που γράφει βιωματικά αναζητώντας εκεί το σημείο συνάντησης με τον αναγνώστη.
Μια σημαντική δραστηριότητα του ποιητή, και λιγότερο γνωστή, είναι η μεταφραστική του εργασία στην οποία αφιερώνεται μέρος της εισαγωγής. Ο ποιητής, όπως και οι συγκαιρινοί ομότεχνοί του επισημαίνουν και αποδεικνύουν στην πράξη την αναγκαιότητα μεταφράσεων με στόχο την πνευματική και καλλιτεχνική συμπόρευση με την Ευρώπη. Σε αυτή την κίνηση συμμετέχει δυναμικά ο Εμμανουήλ ο οποίος βιοπορίζεται, σε κάποιο βαθμό, μεταφράζοντας κυρίως πεζά αλλά και ποίηση έως κείμενα αισθητικής.
Τα ποιήματα του Καίσαρα Εμμανουήλ και ο τρόπος με τον οποίο τον διαβάζει η Τσάιτα-Τσιλιμένη προσκαλούν σίγουρα για νέες αναγνώσεις. Αν θεωρήσουμε ότι, όπως συχνά ακούγεται, ως ένα σημείο «είμαστε ανίατα μεσοπόλεμος» αξίζει μέσα από τα έργα των δημιουργών της εποχής εκείνης, και ιδίως όσων περιθωριοποιήθηκαν, να εξετάσουμε αφενός πώς λειτούργησε εντέλει αυτή η θεωρούμενη ελάσσων λογοτεχνία (επικαλούμαι εδώ την μελέτη των Ντελέζ-Γκουατταρί Κάφκα. Για μια ελάσσονα λογοτεχνία σε μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη) και αφετέρου πόσο πράγματι κοντά είμαστε στο μεσοπόλεμο αλλά και πόσο και πώς τον γνωρίζουμε.
(*) Ο τίτλος είναι στίχος από το γνωστό ποίημα του Νίκου Καββαδία “Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ”
https://www.oanagnostis.gr/xero-kati-poy-mporoyse-kaisar-na-sas-sosei-quot/?fbclid=IwY2xjawS4Xs9leHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeI5O60NZEU5ZFT6nDBgcbezVJhHC9nGcG_YpT_I31cdiPxFI_lhuos-U6PV4_aem_2cZEMabKxPVh7o0FSFPdew

